Κανονισμός Προϊόντων Λίπανσης ΕΕ: Εννέα ευρωπαϊκοί κλαδικοί φορείς ζητούν άρση των δομικών εμποδίων στην καινοτομία και την κυκλική οικονομία

FEEDNEWS BIOSOLIDS

Κοινή δήλωση αναδεικνύει τα συστημικά προβλήματα του Fertilising Products Regulation (EU) 2019/1009 — και τι σημαίνουν αυτά για τις ελληνικές εταιρείες κυκλικής οικονομίας

Στις 10 Φεβρουαρίου 2026, εννέα κορυφαίοι ευρωπαϊκοί κλαδικοί φορείς δημοσίευσαν κοινή δήλωση που θέτει ανοιχτά ένα ζήτημα-κλειδί για το μέλλον της ευρωπαϊκής γεωργίας και της κυκλικής οικονομίας: ο Κανονισμός Προϊόντων Λίπανσης (Fertilising Products Regulation – FPR), παρά τις φιλόδοξες προθέσεις του, αποτυγχάνει στην πράξη να υποστηρίξει την καινοτομία, την πρόσβαση στην αγορά και την κυκλικότητα.

Η δήλωση φέρει τις υπογραφές των ECOFI (European Consortium of the OrganicBased Fertilizer Industry), EBIC (European Biostimulants Industry Council), ECN (European Compost Network), ESPP (European Sustainable Phosphorus Platform), EUROFEMA, Growing Media Europe, Fertilizers Europe, APEP (Association des Producteurs Européens de Potasse) και EBA (European Biogas Association).

Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1009 υιοθετήθηκε με στόχο την εναρμόνιση της ευρωπαϊκής αγοράς προϊόντων λίπανσης, τη διασφάλιση υψηλών προτύπων ασφάλειας και περιβαλλοντικής προστασίας, και την προώθηση της καινοτομίας και της κυκλικής οικονομίας, σε ευθυγράμμιση με το New Legislative Framework της ΕΕ. Κεντρικό εργαλείο του Κανονισμού είναι οι Component Material Categories (CMCs) στο Παράρτημα ΙΙ (Annex II), οι οποίες ορίζουν ποια υλικά επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν σε προϊόντα λίπανσης που φέρουν σήμανση CE και κυκλοφορούν ελεύθερα σε ολόκληρη την ΕΕ.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τους εννέα φορείς, δεν βρίσκεται στους στόχους του Κανονισμού — αυτοί παραμένουν απολύτως σχετικοί — αλλά στον τρόπο που σχεδιάστηκε και εφαρμόζεται το σύστημα CMC.

Αποκλεισμός ευρέως χρησιμοποιούμενων υλικών. Πολλά bio-based και revalorised υλικά που ήδη χρησιμοποιούνται με ασφάλεια στην αγορά μέσω εθνικών κανονισμών, αποκλείονται από το Annex II. Ο αποκλεισμός αυτός δεν βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα αλλά σε γραφειοκρατική ακαμψία. Δεν υπάρχει ορισμένος μηχανισμός ενημέρωσης ή διεύρυνσης του καταλόγου επιλέξιμων υλικών εντός των υπαρχόντων CMCs, παρά τις επανειλημμένες τεχνικές υποβολές που αναγνωρίζουν πρόσθετα υλικά ως ασφαλή και αποτελεσματικά.

Εξαιρετικά χαμηλή υιοθέτηση προϊόντων CE. Σύμφωνα με το Background Working Paper για το πρώτο Stakeholder Workshop αξιολόγησης του FPR (15 Οκτωβρίου 2025), τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: τα CE-marked προϊόντα αντιπροσωπεύουν λιγότερο από 5% της αγοράς για οργανικά λιπάσματα (PFC 1A), οργανο-ανόργανα λιπάσματα (PFC 1B) και βελτιωτικά εδάφους (PFC 3), και λιγότερο από 1% για growing media (PFC 4). Αντίστοιχα χαμηλή υιοθέτηση παρατηρείται σε συγκεκριμένες CMCs, ιδίως σε composts και digestates. Ο Κανονισμός, δηλαδή, δεν έχει καταφέρει να γίνει η κύρια πύλη εισόδου στην αγορά για τα προϊόντα που υποτίθεται ότι ρυθμίζει.

Έλλειψη ευελιξίας και προσαρμοστικότητας. Παρά τις εξουσιοδοτήσεις που παρέχουν τα Άρθρα 42 και 43 του FPR στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν υπάρχει αποτελεσματικός μηχανισμός για την έγκαιρη ενημέρωση των επιλέξιμων υλικών εντός των υφιστάμενων CMCs. Η τρέχουσα διαδικασία είναι χρονοβόρα, απαιτητική σε πόρους και αντίθετη με τους στόχους εξουσιοδότησης της Επιτροπής.
Αρνητικός αντίκτυπος στην πρόσβαση στην αγορά και την καινοτομία. Ο FPR δεν παρέχει προβλέψιμη ή αναλογική διαδρομή προς την ευρωπαϊκή αγορά, ούτε για υλικά που ήδη χρησιμοποιούνται ούτε για καινοτόμα υλικά. Οι ΜμΕ και οι καινοτόμες επιχειρήσεις πλήττονται δυσανάλογα.

Πλήγμα στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής γεωργίας και βιομηχανίας. Οι αγρότες δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στα πιο πρόσφατα προϊόντα λίπανσης υπό ίσους όρους σε ολόκληρη την ΕΕ. Τα ρυθμιστικά εμπόδια, η νομική αβεβαιότητα και ο κατακερματισμός της αγοράς — όπου οι εθνικοί κανόνες παραμένουν η μοναδική εναλλακτική — αυξάνουν το κόστος ανάπτυξης νέων προϊόντων, περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα των κατασκευαστών και μειώνουν την ελκυστικότητα της ευρωπαϊκής αγοράς σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Παράλληλα, αποτελούν φραγμό στην ανάπτυξη τεχνολογιών ανακύκλωσης και της βιοοικονομίας.

Για εταιρείες όπως η Biosolids SA, που δραστηριοποιείται στον χώρο των βιοδιεγερτών, των οργανικών λιπασμάτων και της κυκλικής οικονομίας στην Ελλάδα, τα δομικά προβλήματα του FPR δεν είναι θεωρητικά — είναι καθημερινά εμπόδια.


Η εταιρεία, μέσω του τμήματος AGRO, αναπτύσσει βιοδιεγέρτες και οργανικά λιπάσματα που βασίζονται σε αρχές κυκλικής οικονομίας. Η αδυναμία του FPR να αναγνωρίσει έγκαιρα νέα bio-based υλικά σημαίνει ότι καινοτόμα προϊόντα που θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν ελεύθερα σε ολόκληρη την ΕΕ παραμένουν εγκλωβισμένα σε εθνικά κανονιστικά πλαίσια. Αυτό δημιουργεί ανισότητα: μια ελληνική εταιρεία που θέλει να εξάγει στην ευρωπαϊκή αγορά αντιμετωπίζει διαφορετικούς κανόνες σε κάθε χώρα-μέλος, αντί ενός ενιαίου πλαισίου.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η χαμηλή υιοθέτηση σε composts και digestates — κατηγορίες άμεσα συνδεδεμένες με τη δραστηριότητα του τμήματος URBAN της Biosolids SA στην επεξεργασία οργανικών αποβλήτων. Η αδυναμία αυτών των υλικών να ενταχθούν αποτελεσματικά στο πλαίσιο CE σημαίνει ότι η κυκλική αξιοποίηση αποβλήτων — πυλώνας τόσο της ευρωπαϊκής πολιτικής όσο και της στρατηγικής εταιρειών σαν τη Biosolids — παραμένει χωρίς ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο.

Ταυτόχρονα, η χαμηλή υιοθέτηση της σήμανσης CE (κάτω από 5% στις κατηγορίες οργανικών λιπασμάτων) σημαίνει ότι η εναρμονισμένη αγορά που υποσχέθηκε ο Κανονισμός ουσιαστικά δεν υπάρχει ακόμη. Για τις ελληνικές ΜμΕ που επενδύουν σε R&D και κυκλικά προϊόντα, αυτό αποτελεί σημαντικό ανταγωνιστικό μειονέκτημα.

Οι εννέα φορείς δεν αμφισβητούν τη σκοπιμότητα του Κανονισμού. Αντίθετα, προτείνουν μια μετάβαση από την τρέχουσα λογική των κλειστών καταλόγων υλικών σε μια criteria-based approach. Αυτό σημαίνει ότι αντί να αναγράφεται ρητά κάθε επιτρεπόμενο υλικό, θα τίθενται οριζόντια κριτήρια (horizontal criteria) ασφάλειας και ποιότητας στο Annex II, τα οποία κάθε νέο υλικό πρέπει να πληροί για να γίνει αποδεκτό.

Η προσέγγιση αυτή θα επέτρεπε:

Η κοινή δήλωση δημοσιεύεται σε μια στιγμή-κλειδί: ο FPR βρίσκεται υπό αξιολόγηση, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 49 του ίδιου του Κανονισμού. Η αξιολόγηση καλείται να εκτιμήσει την αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα, συνάφεια, συνοχή και ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία του Κανονισμού. Οι φορείς ζητούν η αξιολόγηση να μην περιοριστεί στην εξέταση μεμονωμένων υλικών, αλλά να αποτυπώσει τα δομικά προβλήματα και, σύμφωνα με το Άρθρο 49, να ακολουθηθεί από νομοθετική πρόταση αναθεώρησης.

Για την Ελλάδα — μια χώρα με σημαντικό γεωργικό τομέα, αυξανόμενη δραστηριότητα στην κυκλική οικονομία και εταιρείες που ήδη παράγουν ανταγωνιστικούς βιοδιεγέρτες και οργανικά λιπάσματα — η αναθεώρηση του FPR είναι θέμα στρατηγικής σημασίας. Ένα ρυθμιστικό πλαίσιο που ανταποκρίνεται στην καινοτομία δεν είναι απλώς μια τεχνική βελτίωση — είναι προϋπόθεση ανταγωνιστικότητας.

Η κοινή δήλωση των εννέα φορέων αποτελεί ισχυρό σήμα προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς: η κυκλική οικονομία χρειάζεται ρυθμιστικά πλαίσια που κινούνται με τον ρυθμό της καινοτομίας, όχι πλαίσια που την εγκλωβίζουν. Η ελληνική βιομηχανία βιοδιεγερτών και οργανικών λιπασμάτων, με εταιρείες όπως η Biosolids SA στην πρώτη γραμμή, έχει άμεσο συμφέρον και ενεργό ρόλο σε αυτή τη συζήτηση.